Ημουν μόνο δεκαέξι χρόνων κι ετοιμαζόμουν για τις πρώτες καλοκαιρινές διακοπές μου στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα θα πήγαινα στο φίλο μου τον Marko στη Γερμανία. Το προηγούμενο καλοκαίρι είχε έρθει εκείνος στις ΗΠΑ και τον φιλοξενήσαμε στο σπίτι μας στην Πενσιλβάνια, στο πλαίσιο ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών. Ταιριάξαμε από την πρώτη στιγμή, καθώς είχαμε τα ίδια ενδιαφέροντα: μουσική, σπορ, κορίτσια και φαγητό. «Πρέπει οπωσδήποτε να έρθεις στη Γερμανία» μου έγραψε σε ένα ευχαριστήριο γράμμα με το που πάτησε το πόδι του στην πατρίδα. Ετσι κι έκανα.
Για έναν τυπικό Αμερικανό έφηβο, όπως ήμουν εγώ, το συγκεκριμένο ταξίδι θύμιζε σκαλοπάτι προς τον παράδεισο. Η μπύρα θα έρεε άφθονη και παρά το νεαρό της ηλικίας μου θα την απολάμβανα σε οικογενειακή συσκευασία σε οποιοδήποτε μπαρ. Ο Marko έμενε κάπου κοντά στην Κολωνία, οπότε αμέσως ανέπτυξα μια συμπάθεια για την Kolsch, που είναι τοπικό προϊόν. Τα απογεύματα την πέφταμε κάτω από τα δέντρα της Ντομ (είναι ο Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας) και πίναμε μέχρι αργά το βράδυ. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχαμε ελεύθερη πρόσβαση και στο πορνό. Κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, ένας από τους πέντε τηλεοπτικούς σταθμούς έπαιζε soft πορνό. Θα μου πεις τώρα «σιγά το πράγμα!». Ομως αν είσαι δεκαέξι και μεθυσμένος (το Ιντερνετ δεν υπήρχε ούτε ως σκέψη τότε), δεν έχεις τίποτα καλύτερο από το να περάσεις μία νύχτα παρακολουθώντας βαυαρική σεξοκωμωδία.
Μέχρι και σήμερα θυμάμαι με λεπτομέρειες το σαββατόβραδο που βλέπαμε τσόντα στο Channel 3. Μη φανταστείς ότι έδειχνε κάτι φοβερό. Μία ξανθιά γκόμενα που ήταν γυμνή από τη μέση και πάνω χαμουρευόταν μες στην κουζίνα της με έναν μουστακαλή. Ζουμερά φιλιά, βογκητά και αναστεναγμοί διακόπηκαν για μερικά δευτερόλεπτα, καθώς ο τύπος γύρισε την γκόμενα από την άλλη πλευρά, τεντώθηκε πίσω από έναν πάγκο, έβαλε κάτι στη χούφτα του και άρχισε να την πασαλείφει. Με κομμένη ανάσα έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος του, τον κοίταξε και ψιθύρισε αισθησιακά: «Μπούτα; (Βούτυρο;)». «Ya» απάντησε εκείνος «Μπούτα!».
Δεν είχε περάσει ούτε μία εβδομάδα και μιλούσα με όλους στα αγγλικά. Ομως την επόμενη μέρα, στο πρωινό, ζήτησα από τη μητέρα του Marko βούτυρο σε άπταιστα γερμανικά. Με κοίταξε έκπληκτη και απόρησε που σε τόσο σύντομο διάστημα είχα μάθει τη σωστή προφορά. Ηταν η πρώτη φορά που παρατήρησα τη γεύση του βουτύρου. Ηταν πολύ καλύτερο απ’ ό,τι είχα δοκιμάσει μέχρι τότε. Το δικό τους βούτυρο είχε πολύ χαρακτηριστική γεύση. Ηταν κρεμώδες, γλυκό και γαλακτερό. Σου έμενε η γεύση του γάλακτος. Ηταν το «σέξι μπούτα» της ταινίας.
Πέρασα το υπόλοιπο των διακοπών μου στη Γερμανία τρώγοντας. Βοήθησε βέβαια και ο Marko, που με πήγαινε από φαγάδικο σε φαγάδικο. Η χάρη μας έφτασε μέχρι τις πιο επικίνδυνες τουρκικές γειτονιές, όπου είχαμε πληροφορηθεί ότι υπάρχει το καλύτερο σάντουιτς με ντονέρ κεμπάπ. Ανεβοκατεβήκαμε το Ρήνο αμέτρητες φορές, μέχρι να δοκιμάσουμε όλα τα μαλακά τυριά, καθώς και το φημισμένο κρασί ρίσλινγκ. Πήραμε ακόμα και currywurst από πλανόδιους, ενώ δοκιμάσαμε φρέσκο τυρί quark, περιχυμένο με πλούσιο μέλι Black Forest. Στο Νότο παραγγείλαμε ένα πιάτο από χοιρινό σνίτσελ, που ήταν τόσο τραγανό, σαν να είχε κρούστα καραμελωμένης ζάχαρης. Σου άφηνε μια γεύση καπνιστού κι έκανε κρακ όταν το έκοβες. Μας το σέρβιραν μαζί με καπνιστή μπύρα και μας είπαν ότι οι ίδιοι κόκκοι που χρησιμοποιήθηκαν στη ζύμωση αποτέλεσαν και την τροφή του γουρουνιού.
Κι όλα αυτά σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν υπήρχε και τα τρόφιμα τρώγονταν και διακινούνταν σε μικρή απόσταση από εκεί που παράγονταν. Την ίδια περίοδο στις ΗΠΑ απομακρυνόμασταν από οτιδήποτε είχε σχέση με τοπικές παραδόσεις. Πριν πάω στη Γερμανία τρελαινόμουν για Big Macs. Οταν γύρισα πίσω, δεν ήθελα ούτε να τα δω μπροστά μου! Ευτυχώς που είχα κρύψει στη βαλίτσα μου λουκάνικα, μπύρες και quark. Εννοείται ότι είχα πάρει και μπόλικο βούτυρο. Δεν υπήρχε επιστροφή!
Στην ΠενσΙλβάνια περνούσα τον ελεύθερο χρόνο μου στα κτήματα του παππού μου. Τον βοηθούσα με τα μελίσσια και με τις καλλιέργειες. Γενικά πωρωνόμουν με οτιδήποτε είχε σχέση με φαγητό. Εκανα τα πάντα για να κερδίσω μια θέση γευσιγνώστη στο περιοδικό Gourmet. Εγινα πολύ καλός μάγειρας και είχα πάντα βούτυρο στο ψυγείο! Μέχρι τότε το πάθος για το φαγητό ήταν διακριτό από το πάθος για το σεξ. Με εξαίρεση ένα περιστατικό με σαντιγί στο λύκειο (ευτύχημα) κι ένα σκηνικό με ελαιόλαδο (δυστύχημα) επρόκειτο για δυο διαφορετικές σχέσεις. Με τον Μarko δεν είχα κόψει επικοινωνία. Σπούδαζε ιατρική, όταν με πήρε ένα απόγευμα, για να μου πει ότι σε λίγες ημέρες θα ερχόταν για πρακτική στη Νέα Υόρκη. Εγώ τότε έμενα στο Hell's Kitchen στο Μανχάταν. Ρώτησε αν μπορούσα να τον φιλοξενήσω. «Το ρωτάς;» του είπα.
Κάθε απόγευμα επέστρεφα σπίτι φορτωμένος με τα καλούδια του Gourmet. Μαγειρεύαμε, τρώγαμε και πίναμε όπως κάναμε δέκα χρόνια πριν. Είχαμε μάθει να αγαπάμε τη ζωή απολαμβάνοντας το τρίπτυχο: πρωινό-μεσημεριανό-βραδινό. Μια μέρα, κάπου στα μέσα του καλοκαιριού, ο Marko έλαβε ένα τηλεφώνημα από Γερμανία. Η φίλη μιας φίλης ενός φίλου βρισκόταν στις ΗΠΑ κι έψαχνε ένα μέρος να μείνει. Χωρίς δεύτερη σκέψη, την κάλεσε για δείπνο. Δεν μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα ακούγοντας ότι θα φιλοξενήσω στο σπίτι μου μία Γερμανίδα. Είχα γνωρίσει πολλές και με ελάχιστες εξαιρέσεις ήταν γεματούλες και άπλυτες. Ομως όταν άνοιξα την πόρτα να την υποδεχτώ, έπαθα πλάκα. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά και διαπεραστικά μπλε μάτια. Η St. Pauli, όπως θα την αποκαλώ στο εξής, για να διατηρήσω την ανωνυμία της αλλά κι επειδή θύμιζε το κορίτσι στο μπουκάλι της ομώνυμης μπύρας, ήταν πανέμορφη. Τυχαίο ότι είχε φέρει μαζί της μια εξάδα; Δεν νομίζω.
Καθίσαμε αμέσως στο τραπέζι. Για πρώτο πιάτο είχα ετοιμάσει φουά-γκρα. Το παραμέρισε χωρίς να του ρίξει δεύτερη ματιά. Ο Marko τη ρώτησε αν είναι χορτοφάγος κι εκείνη απάντησε ότι δεν είναι, αλλά ότι αποφεύγει τα λιπαρά φαγητά γιατί έχει ευαίσθητο στομάχι. Αν δεν ήταν τόσο όμορφη, θα της έλεγα ότι δεν έχει θέση στο σπίτι μου. Ο Marko τη ρώτησε με σαρκαστικό ύφος αν της αρέσει το ελαιόλαδο κι εκείνη είπε ότι έχει τρέλα με την ιταλική κουζίνα. Χωρίς να χάσω χρόνο μπήκα στο προκείμενο: «Σου αρέσει το βούτυρο;» είπα. Με κοίταξε με τα κρυστάλλινα μπλε μάτια της και απάντησε με πολλή φυσικότητα -λες και είχα ρωτήσει τι μέρα είναι- ότι της αρέσει μόνο στο σεξ. Η απάντηση σε συνδυασμό με την προφορά «μπούτα» με έκανε να ανατριχιάσω. Στο εξής θα είχε ελευθέρας στο σπίτι μου.
Ο καναπές ήταν κατειλημμένος από τον Marko, οπότε της πρότεινα να κοιμηθεί στο κρεβάτι μαζί μου δίνοντας την υπόσχεση ότι θα κρατήσω τα χέρια μου μακριά της. Προς μεγάλη μου έκπληξη δέχτηκε αμέσως. Τα πρώτα δύο βράδια ήμουν τύπος και υπογραμμός. Ομως το τρίτο λύγισα, αφού με φίλησε εκείνη πρώτη. «Πόσος καιρός πρέπει να περάσει για να της θυμίσω αυτό με το βούτυρο;» αναρωτιόμουν.
Μετά από λίγες ημέρες, η St. Pauli συνέχισε το ταξίδι της κι εμφανίστηκε πάλι τον επόμενο μήνα. Εκανε μία στάση στη Νέα Υόρκη πριν επιστρέψει στη Γερμανία. Από τότε έπαψα να φαντάζομαι πώς μπορεί να είναι το βούτυρο σαν λιπαντικό στο κρεβάτι. Γενικά έπαψα να φαντάζομαι οτιδήποτε είχε σχέση με το σεξ. Οση όρεξη για φαΐ της έλειπε, την αναπλήρωνε η όρεξή της στο κρεβάτι. Αρκετές φορές ξεχνούσαμε να φάμε ή παραλείπαμε το δείπνο, γιατί δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε ο ένας από τον άλλο. Τη ρωτούσα «τι θέλεις για επιδόρπιο;» κι εκείνη απαντούσε «dich» (εσένα), που όμως ακουγόταν σαν «dick» οπότε επέστρεφα στον αγώνα.
Η σχέση μας κράτησε πάνω από ένα χρόνο. Οταν δεν ερχόταν εκείνη, πήγαινα εγώ. Συναντιόμασταν οπωσδήποτε μία φορά το μήνα. Τα κεσεδάκια με το βούτυρο έπαιρναν κι έδιναν. Γύρω στον όγδοο μήνα, κι ενώ ήταν σειρά της να έρθει στη Νέα Υόρκη, σκέφτηκα να την περιποιηθώ κερνώντας την στο καλύτερο ιταλικό της Νέας Υόρκης, στο φημισμένο Babbo του Mario Batali.
Δοκιμάσαμε διάφορα πιάτα με ζυμαρικά μαγειρεμένα al dente και τα συνοδέψαμε με κρασιά προέλευσης από τη Βόρεια Ιταλία (Τρεντίνο-Αλτο Αντίτζε) μέχρι τη Σικελία. Η St. Pauli έφαγε απ’ όλα και φαινόταν το ίδιο εκστασιασμένη με μένα. «Αυτό ήταν» σκεφτόμουν από μέσα μου «αν καταφέρω να την κάνω να αγαπήσει το φαγητό όσο κι εγώ, είναι η ιδανική γυναίκα για μένα». Λίγες ώρες αργότερα, κι ενώ ξαπλώναμε στο κρεβάτι μου λιώμα από το φαΐ και το ποτό, έφυγε τρέχοντας για το μπάνιο. Την άκουσα να τα βγάζει και σκεφτόμουν ότι ίσως την πείραξαν τα συκωτάκια πουλιών ή το κρέας με τα ραβιόλια. Ισως να το παρακάναμε με το Vin Santo.
Δυστυχώς όμως δεν συνέβαινε τίποτε απ’ όλα αυτά. Γύρισε στο κρεβάτι και μου αποκάλυψε ότι υποφέρει από βουλιμία. Ηθελε εδώ και καιρό να μου το πει, αλλά δεν έβρισκε ευκαιρία. Ηταν ολοφάνερο. Η κατάλληλη στιγμή είχε έρθει, αφού την κέρασα στο πιο ακριβό ιταλικό της Νέας Υόρκης. Μου είπε ότι όλο αυτόν τον καιρό σκεφτόταν ότι είναι τραγική ειρωνεία μία βουλιμική κοπέλα να έχει ερωτευτεί ένα μάγειρα. Προσπαθώντας να με καθησυχάσει διευκρίνισε ότι δεν σιχαινόταν το φαγητό, αλλά τον εαυτό της που όδευε στην παρακμή και δεν είχε μέτρο.
Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει. Για μένα αυτό που όδευε στην παρακμή και δεν είχε μέτρο ήταν το προηγούμενο σκηνικό. Το καλό φαγητό ήταν το μέσο για να εκφράσω πόσο πολύ αγαπώ τη ζωή. Εκείνη το χρησιμοποιούσε ως μέσο για να εκφράσει πόσο πολύ μισεί τον εαυτό της. Εξάντλησα όλη την κατανόησή μου. Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου κι έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι μέχρι τα ξημερώματα.
Εμεινα μαζί της αρκετούς μήνες ακόμη. Το σεξ παρέμεινε εκπληκτικό και η παρέα καλή. Επεισα τον εαυτό μου να τη δεχτώ όπως είναι, αλλά ανησυχούσα που την άκουγα να ζητάει συγγνώμη μετά από κάθε γεύμα και να τρέχει στο μπάνιο. Νόμιζα ότι μπορώ να το χειριστώ, αλλά στην πορεία το έχασα. Επαψα να είμαι ερωτευμένος, αλλά άργησα να το καταλάβω. Βλέπεις ήταν στη μέση το «μπούτα» που τα έκανε όλα πιο δύσκολα.
Το ίδιο και ο καφές. Ηταν ένα κοινό σημείο μας. Πίναμε και οι δύο πολύ καφέ και δοκιμάζαμε διάφορα είδη εσπρέσο και latte. Πηγαίναμε σε ψαγμένα μαγαζιά γυρεύοντας σπάνιες ποικιλίες. Είχε πολλή πλάκα. Ομως το καλύτερο ήταν ότι έμενα δίπλα στο Empire Coffee & Tea, που θεωρείται από τα κορυφαία coffee shops της Νέας Υόρκης. Ψήνουν επιτόπου τους κόκκους του καφέ και παράγουν τέλεια μείγματα. Πολλές φορές, ξύπναγα νωρίς για να πάρω ό,τι πιο φρέσκο και να ετοιμάσω πρωινό στη St. Pauli. Με εξυπηρετούσε μία Βραζιλιάνα. Αντί για αίμα, πρέπει να έρεε καφές στις φλέβες της. Μου απαριθμούσε τις ποικιλίες και μου περιέγραφε γεύσεις και αρώματα. Πολλές φορές συναντιόμασταν σε απόσταση αναπνοής πάνω από φρεσκοκομμένους κόκκους και μιλούσαμε πολλή ώρα για τις τεχνικές ανάμειξης και ψησίματος. Ηταν παθιασμένη με τον καφέ. Αρχισα να περνάω από εκεί μόνος μου ολοένα και πιο συχνά. Στην πορεία διαπίστωσα ότι ήταν εξίσου παθιασμένη και με το φαγητό. Πήγαινε εθελοντικά σε μια σχολή μαγειρικής και βοηθούσε προκειμένου να έρχεται σε επαφή με το φαγητό και με τους ανθρώπους που το λατρεύουν. Είχε μεγαλώσει σε οικογένεια μαγείρων κι έτσι ανταλλάσσαμε μυστικά για ελαιόλαδα και μαχαίρια. Κάθε πρωί μου ετοίμαζε ένα σπέσιαλ καφέ. Επαψα ακόμη και να περιμένω στη σειρά. Μια μέρα έφερε μες στη μύτη μου ένα φλιτζάνι με ψημένους κόκκους λέγοντας ότι πρέπει οπωσδήποτε να μυρίσω. Με κοίταξε με τα σκούρα σοκολατένια μάτια της και είπε: «Μυρίζει φιστίκι». Μόνο που το μυαλό μου πήγε σε άλλο φιστίκι.
Δυσκολεύτηκα πολύ, αλλά χώρισα με τη St. Pauli. Δεν κατάφερα ποτέ να ανακαλύψω σε εκείνη το πάθος που ήθελα να έχει η σύντροφός μου. Δεν είχα βρει κάποια που να αγαπάει τη ζωή και το φαγητό. Μετά από λίγο καιρό βγήκα για φαΐ με τη Βραζιλιάνα. Περιττό να πω ότι μοσχομύριζε καφέ. Ηθελα κυριολεκτικά να την πιω!
Επιτέλους, αυτή η γυναίκα έτρωγε. Ετρωγε όπως κι εγώ. Ημασταν σε ένα μικροσκοπικό ρεστοράν στο Lower East Side και είχε καταβροχθίσει ένα ολόκληρο ψάρι, που κολυμπούσε στο ελαιόλαδο και ήταν τίγκα στο σκόρδο και στον κολίανδρο. «Θα μπορούσα να κοιμηθώ σε ένα στρώμα από κολίανδρο» μουρμούρισε ενώ τεντωνόταν πάνω από το τραπέζι να με φιλήσει για πρώτη φορά. «Κι εγώ θα μπορούσα!» σκεφτόμουν.
Ηταν ένα κρύο βράδυ του Φλεβάρη, όταν με προσκάλεσε σπίτι της για δείπνο. Θα μου ετοίμαζε ένα πιάτο που θύμιζε τα παιδικά της χρόνια: μπακαλιάρο με κρεμμύδι, σκόρδο και -υπερβολικά πολύ- ελαιόλαδο, πάνω σε ένα στρώμα από κολίανδρο. Αλάτι και σκόρδο πλημμύρισαν μες στο στόμα μου από την πρώτη μπουκιά. Συγχρόνως, μου ήρθε η γλύκα του κρεμμυδιού και η λιπαρότητα του λαδιού. Ρώτησε μήπως έπρεπε την επόμενη φορά να προσθέσει βούτυρο. «Οχι!» της είπα «είναι τέλειο ακριβώς όπως το έκανες».
Από τότε έχουν περάσει επτά χρόνια και ακόμη μαγειρεύουμε ο ένας στον άλλο. Η Micheli λατρεύει τη ζωή και τη γεμίζει με όμορφα πρωινά, μεσημεριανά και βραδινά. Τώρα είμαι ακόμα πιο σίγουρος ότι το φαΐ, όπως και η αγάπη, δεν έχουν νόημα αν δεν τα μοιράζεσαι και δεν τα εξερευνάς μαζί με κάποιον άλλο. Χρειάζεσαι συνοδοιπόρο σε αυτό το ταξίδι. Γι’ αυτό μοιραζόμαστε όλα τα πιάτα στα εστιατόρια που πηγαίνουμε. Επίσης, μοιραζόμαστε πλέον ένα διαμέρισμα. Α, και το ίδιο επίθετο.
Ο Marko ταξίδεψε από τη Γερμανία για να παραβρεθεί στο γάμο μας. Με το που έφτασε έτρεξε να μας αγκαλιάσει και είπε: «Τι περιλαμβάνει το μενού;». Η Michelli, η αγαπημένη μου Βραζιλιάνα με τα σοκολατένια μάτια, το alter ego μου στο φαγητό, είχε ετοιμάσει χοιρινή ωμοπλάτη σιγοψημένη μέσα σε χυμό λεμονιού με σκόρδο και πέρκα τυλιγμένη σε φύλλα μπανάνας - τα είχε σερβίρει και τα δύο πάνω σε στρώματα κολίανδρου. Η συνέχεια ήταν προβλέψιμη, μα καθόλου άσχημη: μαγειρέψαμε, ήπιαμε, φάγαμε μέχρι τελικής πτώσης.
Γεύμα στο Κρεβάτι
Η ΕΡΕΥΝΑ του ΜΗ τη σερβίρει στο πιάτο σου
72%
το ποσοστό των γυναικών που
ΞΕΝΕΡΩΝΟΥΝ ΜΕ ΑΝΤΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΤΡΟΠΟΙ ΣΤΟ ΦΑΓΗΤΟ
45%
το ποσοστό των γυναικών που
ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΡΟΦΙΜΑ ΣΤΟ ΣΕΞ
50%
το ποσοστό των γυναικών που
ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΠΟΛΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ
23%
το ποσοστό των γυναικών που
ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΡΟΦΙΜΑ ΣΤΟ ΣΕΞ, ΑΛΛΑ ΘΑ ΤΟ ΗΘΕΛΑΝ
Συστατικά που τις ιντριγκάρουν:
σαντιγί (84%), σιρόπι σοκολάτας (67%), φρέσκα φρούτα (65%)
73%
το ποσοστό των γυναικών που
ΕΝΘΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΤΟΥΣ ΜΥΕΙ ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΜΙΑΣ ΕΞΩΤΙΚΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ
ΜΕΡΙΚΕΣ ΤΟ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΤΟ ΚΑΥΤΟ
Πάνω από το 80% των γυναικών που ρωτήσαμε είπαν ότι θέλουν κάτι καυτερό στο φαγητό τους. Από τις απαντήσεις τους φαίνεται ότι όσο πιο καυτερό είναι τόσο τα καλύτερο:
37%: Παν μέτρον άριστον!
46%: Μπορώ να το φάω, αλλά 12%: προτιμώ να μην το κάνω
5%: Δεν το αντέχω
ΕΣΟ ΕΤΟΙΜΟΣ
«Παίζαμε χαρτιά όταν ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι του και με ρώτησε αν πεινάω. “Εννοείται” του απάντησα και πετάχτηκε από το τραπέζι. Μετά από μερικά λεπτά επέστρεψε κρατώντας ίια τέλεια σαλάτα σπανάκι με σος αγκινάρας! Εχει πάντα φρέσκα τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειάζεται για να με περιποιείται με γρήγορες νοστιμιές». Δήμητρα, 24
ΝΙΩΣΕ ΤΗ ΓΛΥΚΑ
«Pancakes. Του είχα πει κάποτε ότι τα λατρεύω και φυσικά δεν είχε ιδέα για το πώς γίνονται. Βλέποντάς τον να δοκιμάζει μία συνταγή που βρήκε στο Ιντερνετ σκεφτόμουν ότι είναι το πιο γλυκό πράγμα που έχει κάνει για μένα». Κάτια, 23
Τι κάνει ρομαντικό το γεύμα που σου ετοιμάζει;
19%: Το art de la table
10%: Οι εξαιρετικές ικανότητές του στη μαγειρική
38%: Να μου πει να μαγειρέψουμε μαζί
23%: Να το έχει ήδη έτοιμο όταν με υποδεχτεί
10%: Αλλο
ΠΕΤΑ ΤΟ ΒΟΥΤΥΡΟ
Μόνο μία στις εκατό γυναίκες θα χρησιμοποιούσε βούτυρο στο σεξ.
Ενα στα γρήγορα
Pasta al olio με τυρί ρικότα και καρύδια
ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΟΣ (ή έτοιμο σε)
17 λεπτά
ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ για 4 μερίδες
500 γρ. φετουτσίνι (ή αλλιώς 1 πακέτο Fettuccine)
3 κ.σ. έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
4 μεγάλα φύλλα βασιλικού ψιλοκομμένα
4 γεμάτες κ.σ. φρέσκια ρικότα
1 χούφτα καρύδια χοντροκομμένα
ΛΕΠΤΑ
0-8
ΓΕΜΙΖΕΙΣ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ με αλατισμένο νερό και το βράζεις.
ΛΕΠΤΑ
8-15
ΡΙΧΝΕΙΣ ΤΑ ΖΥΜΑΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΤΕΥΕΙΣ για 7 λεπτά μέχρι να γίνουν al dente.
ΛΕΠΤΑ
15-17
ΣΤΡΑΓΓΙΖΕΙΣ ΤΑ ΖΥΜΑΡΙΚΑ και τα ρίχνεις ξανά στην κατσαρόλα. Προσθέτεις το ελαιόλαδο και το βασιλικό και ανακατεύεις. Αφού σερβίρεις, γαρνίρεις με τη ρικότα και τα καρύδια.
ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΩΝ FRANK FALCINELLI ΚΑΙ FRANK CASTRONOVO, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΕΦ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ FRANKIES SPUNTINO ΣΤΟ ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ.
Ενα στα γρήγορα
Σαλάτα σπανάκι με καλαμπόκι, μανιτάρια Shiitake και μπέικον
ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΟΣ (ή έτοιμο σε)
14 λεπτά
ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ για 2 μερίδες
1 κ.σ. έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
1 φέτα μπέικον κομμένη σε κομμάτια του 1 εκ.
100 γρ. μανιτάρια Shiitake (χωρίς κοτσάνι) κομμένα σε κομμάτια του 1 εκ.
1 φλ. καλαμπόκι (φρέσκο ή κατεψυγμένο)
1-2 κ.σ. ξίδι sherry
Αλατοπίπερο
3 φλ. σπανάκι μπέιμπι
Γλυκός Πειρασμός
Η ηθοποιός Marielle Jaffe (Scream 4) λατρεύει τη σοκολάτα, τα ζαχαρωτά και τη σαντιγί. Ομως σε προλαβαίνει πριν λερώσεις το κρεβάτι σου λέγοντας: «Θέλω μπόλικη σαντιγί στο brownie μου». Στη συνέχεια σου αποκαλύπτει τους κανόνες της στο φαγητό:
Παίξε παραγγελιά
«Μπορώ να διαβάζω το μενού και να παραγγέλνω αυτό που τραβάει η όρεξή μου. Είμαι ανεξάρτητη» λέει η Jaffe. Παράγγειλε μαζί της τα ορεκτικά κι έπειτα, στο κυρίως πιάτο, άφησέ τη να διαλέξει μόνη. Ομως κράτα σημειώσεις. Μόνο αν μάθεις όσα λατρεύει και όσα απεχθάνεται θα μπορέσεις κάποια στιγμή να την εντυπωσιάσεις με την παραγγελία σου.
Φλέρταρε με τα φρούτα
Μπορεί η σοκολάτα να είναι κόλαση, αλλά και τα φρούτα είναι μεγάλος πειρασμός. «Τα φρούτα είναι φυσικά, προέρχονται από τη γη. Είμαι ευτυχισμένη όταν κάνω κάτι καλό για το σώμα μου» λέει η Jaffe. «Αν αυτό συμβαίνει ενώ είμαι σε ραντεβού, η ευτυχία μου ξεχειλίζει». Πρόσεξε μόνο μην παρασυρθείς από τον ενθουσιασμό σου και την ταΐσεις. «Τότε το μήνυμα αλλάζει» επισημαίνει η Jaffe.
Κάνε της το τραπέζι
«Ο,τι πηγάζει από την καρδιά σου είναι σημαντικότερο απ’ ό,τι βγαίνει από το πορτοφόλι σου» λέει η Jaffe. Και μόνο που μπαίνεις στη διαδικασία να ψάξεις για συνταγές στο Ιντερνετ, να πας στο σούπερ μάρκετ και να προμηθευτείς τα υλικά -δεδομένου μάλιστα ότι ως άντρας απεχθάνεσαι τις οδηγίες- είναι αξιαγάπητη χειρονομία.
Φέρε στη μνήμη
Το καλύτερο ραντεβού της Jaffe ήταν στο παιδικό τμήμα ενός βιβλιοπωλείου. «Δείχναμε ο ένας στον άλλο τα βιβλία που μας διάβαζε η μαμά όταν ήμασταν μικροί» θυμάται και διαπιστώνει ότι το ίδιο ισχύει και με τα αγαπημένα μας φαγητά: «Στη διάρκεια των παιδικών χρόνων μου στην Καλιφόρνια καθόμουν με τις φίλες μου και καθαρίζαμε ρόδια».
Laura Robertson
δόση σου!






















ΣΧΟΛΙΑ