Παιχνίδια ενηλίκων – Σεξ, φόβοι και δέσμευση

Κατηγορία: Fitness, Ασκήσεις για Πόδια
Παιχνίδια ενηλίκων - Σεξ, φόβοι και δέσμευση

Η σχέση ξεκίνησε με δημόσια χάδια (δικά της) σε ένα αρκετά φωτισμένο μπαρ και τέλειωσε με μερικά πολύ σκληρά μαθήματα (δικά μου) για το άγριο σεξ και την εξημερωμένη αγάπη.

Eχω τρεις κανόνες, μου είπε. Στεκόμασταν στη νησίδα ενός δρόμου με λίγη κίνηση, περιμένοντας ένα ταξί για εκείνη, με ένα ψιλόβροχο να χτυπά τα πρόσωπά μας. Το βρήκα πολύ ρομαντικό. Μόλις μία ώρα νωρίτερα, μες στο μπαρ που βρισκόταν πίσω μας, η Ελένη μου είχε τραβήξει το κεφάλι με το δεξί της χέρι αποφασιστικά για να με φιλήσει, ενώ το αριστερό της έκανε μία πολύ ενδιαφέρουσα αναζήτηση θησαυρού ανάμεσα στα ανυποψίαστα πόδια μου. Της έκανε έκπληξη που τραβήχτηκα. Για να μην ξεχνιόμαστε, βρισκόμασταν ακόμη σε δημόσιο χώρο. Αρκετά πιο φωτεινό απ’ ό,τι πίστευα πως επιτρέπονται τέτοια παιχνίδια. Και δεν ήμουν πια έφηβος χωρίς σεξουαλική στέγη. Επίσης, για να μην ανησυχείτε Ελένες και λοιπές σταρ της απίθανης περιπέτειας που ονομάζεται ζωή μου, το αληθινό όνομά της δεν ήταν Ελένη. «Δεν φαίνεσαι ο τύπος που δίνει τόση σημασία στο τι λένε οι άνθρωποι γύρω σου» μου πέταξε αδιακρίτως και ειλικρινώς στα μούτρα. «Εμ…» ψέλλισα σοκαρισμένος. «Εμένα δεν με νοιάζει να βλέπουν οι άλλοι» μου είπε συνεχίζοντας τη φαινομενικά ατέρμονη επίδειξη ελευθερίας της. «Το κάνει πιο συναρπαστικό». «Εμ…» ήταν η πιο γλαφυρή απάντησή μου και πάλι. Αυτό που σκεφτόμουν όμως ήταν «τα ρεμάλια δεν θα το πιστεύουν με τίποτε αυτό!». Ημασταν μόλις στο δεύτερο ραντεβού με αυτήν την αψεγάδιαστη πρασινομάτα, μία αρχαιολόγο που για να πληρώνει το μάστερ της δούλευε περιστασιακά ως μοντέλο (κυρίως για εσώρουχα), και μου εξομολογούταν αυτά που οι περισσότεροι θα θεωρούσαν ακραίες σεξουαλικές φαντασιώσεις ενόσω ψαχούλευε τις τσέπες για να παίξει με το «όπλο» μου. Τώρα, καθώς περιμέναμε να περάσει ταξί, πρότεινα, απολύτως φυσικά, να βγούμε και τρίτη φορά. «Θα δούμε» μου είπε η (πολύ) ωραία Ελένη.
«Εμ…» είπα και πάλι, με στόμφο αυτήν τη φορά.

Τότε μου είπε τους τρεις κανόνες της. «Νούμερο ένα, δεν τραβάει κανείς τα μαλλιά του άλλου. Για κανέναν απολύτως λόγο. Μια χαρά είναι τα μαλλιά μου κι έτσι θέλω να παραμείνουν. Νούμερο δύο, προφυλακτικά πάντα και παντού. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς εξαιρέσεις. Και, νούμερο τρία, δεν παίζουν όσα αποβάλλει το ανθρώπινο σώμα από μόνο του σε όλο αυτό».

Εχω γράψει περισσότερες λέξεις κι από Ρώσο συγγραφέα στην καριέρα μου, έχω μιλήσει με ανθρώπους που κάποιοι θα σκότωναν για να δουν έστω κι από απόσταση, ξέρω να λέω «υπέροχο, μπορώ να έχω και λίγο καφέ» σε πέντε γλώσσες και «σε λατρεύω, μικρό μου ελαφάκι» στα γαλλικά και τα βραζιλιάνικα, μπορώ να οδηγήσω ιστιοπλοϊκό μες σε καταιγίδα. Αλλά τελικά υπάρχουν κάποια πράγματα, που με κάνουν τελικά να νιώθω αδιάβαστος μαθητής λυκείου μπροστά σε πρόβλημα με δύο ολοκληρώματα και τρεις παραγώγους.

Κάναμε σεξ στο τρίτο ραντεβού. Το επόμενο πρωί, τη ρώτησα αν ήθελε να βρεθούμε το Σαββατοκύριακο. Ισως για καφέ; Ενα σινεμαδάκι νωρίς; Μια βόλτα με τα πόδια, ίσως; Ερωτήσεις οικείες. Τις είχα ακούσει από αρκετές γυναίκες παλαιότερα. Ερωτήσεις που είχα αποκρούσει σε κόρνερ, που είχα διώξει μακριά, που είχα μπλοκάρει. Που είχα κάνει πως δεν άκουσα ή που πάντα έβρισκα έναν τρόπο να ξεγλιστρήσω μακριά τους.

Θα ήθελε πολύ να βρεθούμε, μου είπε, αλλά ένας φίλος ερχόταν απ’ το εξωτερικό και δεν ήξερε αν θα μπορούσε τελικά να με δει. Καλύτερα να έκανα τα σχέδιά μου χωρίς αυτήν κι εμείς θα τα λέγαμε απ’ το τηλέφωνο. «Ισως και πιο ψιθυριστά». Το «τα λέμε απ’ το τηλέφωνο» το είχα παίξει αρκετές φορές για να μπορώ να ξέρω ακριβώς τι σημαίνει και πώς εξελίσσεται. Ακόμη κι εκείνη τη στιγμή, που δεν ήμουν ακριβώς χαλαρός, θυμόμουν πως σήμαινε κάτι πολύ μακριά από την «τρυφερότητα» και την «επιθυμία για στενότερη επαφή». Πράγματα που είχα ήδη αρχίσει να καταλαβαίνω πως ένιωθα για την (πάρα πολύ) ωραία Ελένη.

«Φυσικά και νιώθεις έτσι» μου είπε ο Μιχαλάκης, ο μόνος ουσιαστικά από τα «ρεμάλια» που έμοιαζε να ακούει μερικές φορές πέρα από τις λέξεις σεξ και «στα τέσσερα». «Παραλίγο να παίξεις το γιατρό μπροστά σε ένα μπαρ γεμάτο κόσμο – και μάλιστα στο δεύτερο ραντεβού, ρε φίλε! Ποιος δεν θα είχε πελώρια λαχτάρα για περισσότερα με αυτήν τη γυναίκα στη θέση σου;».

Μες στις επόμενες εβδομάδες, η Ελένη κι εγώ πήγαμε μαζί σινεμά, για φαγητό, ακούσαμε τον Φοίβο Δεληβοριά ζωντανά (μία μεγάλη θυσία από μέρους μου, αλλά και μία απόδειξη ότι είχε σοβαρά «βίτσια» από μέρους της, παρότι τότε δεν το κατάλαβα έτσι), μέχρι που περπατήσαμε και χέρι χέρι δημοσίως πίσω απ’ το Γκάζι. Μιλήσαμε για την οικογένειά μας, για τους φίλους μας, για παιδιά, για την πίστη, για τη δουλειά, για βιβλία, για τους αγαπημένους κινηματογραφικούς ήρωές μας. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, εκείνη μου είπε πως «το έντονο, άγριο, το πραγματικά καλό σεξ είναι πολύ σημαντικό σε μια σχέση». Και στο έκτο ραντεβού μας, όταν εγώ της είπα πως ήμουν πολύ χαρούμενος που είχαμε γνωριστεί, εκείνη μου πρότεινε να κάνουμε τρίο. Και προσφέρθηκε να βρει εκείνη την άλλη γυναίκα.

Εδώ ίσως είναι ένα καλό σημείο να αναφέρω πως γνωρίζω όλες αυτές τις θεωρίες που αναφέρουν πως η ολοκληρωμένη, ανεπαίσχυντη έκφραση της γυναικείας σεξουαλικότητας υποτίθεται πως απειλεί έναν άντρα. Πως η καθαρή, ωμή, αφιλτράριστη επιθυμία μιας γυναίκας για σεξ, χωρίς κανένα στοιχείο υποταγής στην αντρική δύναμη, υποτίθεται πως πρέπει να τρομάξει έναν άντρα. Και να συμπληρώσω επίσης πως πάντα ήθελα η γυναίκα που λατρεύω να νιώθει ελεύθερη να εκφραστεί ελεύθερα, αδέσμευτη από τους παραδοσιακούς σεξουαλικούς ρόλους ή ακρωτηριασμένη ψυχολογικά από κάποια αντρική ανασφάλεια.

Φυσικά, ήμουν τρομοκρατημένος. Αλλά εκείνο τον καιρό έψαχνα διάφορα πράγματα ακόμη – μέσα μου αλλά και στον κόσμο. Προσπαθούσα να ακολουθήσω τις συμβουλές που έβρισκα σε βιβλία αυτοβοήθειας, που άκουγα στο ραδιόφωνο, που μου έλεγαν οι μεγαλύτεροι στη δουλειά, στο «κουρμπέτι». Ολοι συνέτειναν στο ότι δεν έπρεπε να μπερδεύω τους φόβους και τις πιο σκοτεινές υποψίες μου με οτιδήποτε μου έμοιαζε με σοφία ή ολοκληρωμένη θεώρηση του κόσμου. Επρεπε να πιστέψω στην ελπίδα, σε ένα ευοίωνο μέλλον (καμία σχέση με το σήμερα δηλαδή). Ωστε της άρεσε πολύ το σεξ; Ωστε ήθελε κι άλλη μία γυναίκα στο κρεβάτι μας; Ωστε αντιμετώπιζε την πρόσκλησή μου για ένα ρομαντικό Σαββατοκύριακο στην εξοχή με μία αντιπρόταση να πάμε σε ένα «καλό sex-shop στο κέντρο» και να «κλειστούμε σε ένα φτηνό ξενοδοχείο για δύο νύχτες»; Γιατί ένας υγιής άντρας με αυτοπεποίθηση και ασφαλής με τον ανδρισμό του θα έπρεπε να φοβάται κάτι απ’ όλα αυτά;
Σχετική ερώτηση: γιατί δεν ήμουν αυτός ο τύπος; Θα γινόμουν ποτέ;

Η Ελένη είχε μία τρυφερή πλευρά. Επαιρνε δώρα στη βαφτιστήρα της συνεχώς. Μιλούσε με τους γονείς της κάθε βράδυ. Μοιραζόταν κάθε μικρή ή μεγάλη λεπτομέρεια της καθημερινότητάς της, που θα μπορούσε να βοηθήσει σε οποιαδήποτε στιγμή με τους φίλους της. Ηταν εξαιρετικά δοτική. Μετά το σεξ έκανε ένα μικρό βουητό, ένα μουρμούρισμα χωρίς σκοπό, και αποκοιμιόταν μ’ αυτόν τον μικρό βόμβο να σβήνει στα χείλη της. Κάποια στιγμή μες στη νύχτα, αφού το βουητό είχε σχεδόν σωπάσει, ερχόταν ασυναίσθητα πάνω μου και πίεζε το σώμα της πάνω στο δικό μου. Και κάθε φορά που την αγκάλιαζα κουλουριαζόταν. Σαν μωρό.

Δεν είπα ποτέ στα ρεμάλια για την τρυφερή πλευρά της. Αυτή η πλευρά της δεν είναι εξίσου σημαντική για τους άντρες όσο η «παίζει το γιατρό δημοσίως στο δεύτερο ραντεβού» ή το «πρώην μοντέλο εσωρούχων» ή το «τρίο». Γι’ αυτά μιλούσα στους φίλους μου. Το πλησιέστερο σημείο που έφτασα στο να αποκαλύψω την ανησυχία μου ήταν όταν τους ανέφερα πως, στο έκτο ραντεβού, αμέσως μετά την πρόταση για τρίο, μου ζήτησε να μην την ξαναπάρω τηλέφωνο ποτέ «γιατί μιλάω με τόσο πολλούς ανθρώπους όλη την ημέρα και χρειάζομαι λίγο χρόνο για Εμένα».

Οι αντιδράσεις των φίλων μου ήταν παρόμοιες και οι περισσότερες μονοσύλλαβες. «Μαλάκα μου!» φώναζαν ή ούρλιαζαν σαν να προκρίθηκε η ομάδα τους στον τελικό του Champions League. Μετά έπεσαν πάνω μου με φιλικές μπουνιές στους ώμους κι άλλα τέτοια. Ο φίλος μου, ο Μάριος, μεσίτης και άντρας που αναφέρεται στις γυναίκες ως «οριζόντια ψυχαγωγία», σχεδόν δάκρυσε, με αγκάλιασε και μου ψιθύρισε: «Τώρα πίστεψα στον Θεό, φίλε μου. Ζεις το όνειρό μου. Το όνειρο όλων μας».

Το τρίτο Σαββατοκύριακο, που τα λέγαμε απ’ το τηλέφωνο, έλαβα ένα μήνυμα, που έγραφε: «Είμαι στη γειτονιά σου, τι κάνεις;».Δίστασα για μια στιγμή για το τι θα έπρεπε να απαντήσω, εγώ, που παρακαλούσα για αγκαλίτσες και περπάτημα χεράκι χεράκι, για το αν έπρεπε να την καλέσω. Ο δισταγμός κράτησε ελάχιστα. Το επόμενο πρωί, κάπου ανάμεσα σε καφέ κι εφημερίδες, έπιασα το χέρι της Ελένης. «Ξέρεις» της είπα «μ’ αρέσεις πολύ.»Πέταξε το χέρι μου μακριά απ’ το δικό της, συνοφρυώθηκε και στάθηκε παγωμένη γυρνώντας μου την πλάτη. «Τι;» είπα. «Ωστε μπορείς να μου λες τους κανόνες σου για τα απόβλητα του ανθρώπινου οργανισμού -τους οποίους ακόμη δεν έχω καταλάβει και ούτε και θέλω- και να πετάς και το ομαδικό σεξ στο μείγμα, αλλά έχεις σοβαρό πρόβλημα όταν εγώ σου λέω πως μου αρέσεις, έτσι;».«Ετσι» μου είπε εκείνη βλοσυρά. Η Ελένη ήταν πληγωμένη, είπα στον εαυτό μου – δεν ήθελε να βιαστεί σε τίποτα. Δεν θα μου κρατούσε το χέρι στο δρόμο παρά μόνο αν ένιωθε πολύ ξεχωριστά για μένα. Κι αυτά τα «ξεχωριστά» συναισθήματα την τρόμαζαν. Ημουν σίγουρος πως μπορούσα να την κάνω να εμπιστευθεί ξανά. Να αγαπήσει ξανά.

Δεν είπα τίποτε απ’ όλα αυτά στα ρεμάλια. Για πολλούς άντρες, μία πρώην μοντέλα εσωρούχων που θέλει σεξ χωρίς πολύ συναίσθημα αντιπροσωπεύει κάτι τόσο μαγικό και απίθανο όσο ένας φούρνος μικροκυμάτων που βγάζει σε μια βραδιά Τσάμπιονς Λιγκ πίτσα 24 ώρες το 24ωρο, αυτοκαθαρίζεται και, αν πατήσεις και τα σωστά κουμπιά, σου δίνει και καλή, παγωμένη μπύρα, που δεν σου κάνει κοιλιά και κεφάλι.

Της έδωσα πολύ χρόνο για «Εμένα». Δεν της τηλεφώνησα ποτέ. Δεν έκανα τα e-mails και τα μηνύματά μου πολύ ρομαντικά. Ενα μήνα αφότου είχαμε αρχίσει να βγαίνουμε, αφού το σεξ το προηγούμενο βράδυ ήταν τόσο έντονο, που ειλικρινά φοβήθηκα πως η καρδιά μου μπορεί να σταματούσε («Γιατί σταμάτησες;» θα μου ψιθύριζε. «Γιατί δεν θέλω να πεθάνω» θα της απαντούσα), της έστειλα ένα μήνυμα στο κινητό, που έγραφε απλώς «μου λείπεις κάπως». Πώς απάντησε εκείνη; «Τέτοιου είδους σχόλια μου προκαλούν άγχος. Πολύ νωρίς. Πολύ νωρίς».

«Είναι σαν μονόκερος, φίλε» μου είπε ο Μάριος, ο μεσίτης. «Ολοι θέλουμε να πιστέψουμε σε αυτούς, αλλά κανείς δεν έχει δει έναν τέτοιο. Εσύ τον είδες. Να είσαι ευγνώμων». Υπήρχαν πολλά για να είμαι ευγνώμων. Το δείπνο της ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου, για παράδειγμα, που εμφανίστηκε φορώντας ένα φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ, φρεσκοβαμμένα νύχια σε χέρια και πόδια (με μια απόχρωση που μου είπε πως λέγεται Wicked) κρατώντας μία σακούλα δώρα. Σοκολάτες. Γλυκάκια. Ενα τσεκ επιταγών που περιέγραφαν σεξουαλικές πράξεις, εξαργυρώσιμες με αυτήν. Ημουν απλώς ηλίθιος που την είχα υποψιαστεί. Διάλεξε εμένα για Βαλεντίνο της. Μου έδωσε μία σακούλα με δώρα. Μετά το γλυκό, στο σπίτι της, καθώς γδυνόμασταν, ρώτησα αν ήταν καλή στιγμή για να συζητήσουμε αν θα βγαίνουμε με άλλους. Ηταν σαν να της τράβηξα τα μαλλιά με όλη την ενέργειά μου, σαν να αποκήρυσσα τα προφυλακτικά και να πέταξα έναν κουβά «απόβλητα του ανθρώπινου οργανισμού» πάνω στα πόδια της. Στριμώχτηκε σε μια γωνιά του σαλονιού.

«Οχι!» φώναξε. «Πολύ νωρίς! Πολύ νωρίς!».

Ημουν άραγε «υστερικός και νευρωτικός» ένα μήνα αργότερα, αφού κοιμόμασταν μαζί τακτικά για οκτώ εβδομάδες, όταν τη ρώτησα ξανά για αποκλειστικότητα; Γιατί ως τέτοιον με κατηγόρησε. Ρώτησα αν δεν ήθελε τελικά να είναι με κάποιον που να εμπιστεύεται, με κάποιον που να μπορεί να μοιράζεται τα όνειρά της, με κάποιον που να μπορούσε να μιλά στο τηλέφωνο κάθε τόσο. «Τι εννοείς;» μου είπε. «Κοίτα, δεν πιστεύεις ότι κάποια στιγμή εμείς θα πρέπει…;» «Δεν υπάρχει εμείς» με διέκοψε. «Μα…».«Μπορείς να μη μιλήσεις για εμάς για μερικές εβδομάδες; Σε παρακαλώ; Μπορείς να αφήσεις τα πράγματα να εξελιχθούν χωρίς να τα αναλύεις όλη την ώρα;».

Αυτό έμοιαζε με λογική απαίτηση. Εμοιαζε λογικό (σε μένα) όταν τα είχα πει στις γυναίκες, με τις οποίες έπαιζα τα προηγούμενα χρόνια, αυτές με τις οποίες είχα (αν όχι κι αυτές) περάσει λίγο καιρό χωρίς αποκλειστικότητες (από πλευράς μου) κι άλλα τέτοια βαρύγδουπα.

Αλλά εκείνη δεν ήμουν εγώ. Επρεπε να σταματήσω να προβάλλω τις δικές μου απατεωνιές κι αλητείες πάνω στη γυναίκα, η οποία είχα αποφασίσει πως ήταν το κορίτσι μου κι επρόκειτο να γίνει το μελλοντικό ταίρι μου. Τα κατάφερα, τουλάχιστον κατά ένα μέρος. Δεν παραδόθηκα στους πιο σκοτεινούς φόβους μου.
Το σεξ και το κράτημα των χεριών συνεχίστηκαν. Συμφώνησα καταρχήν στο τρίο, αλλά της ζήτησα να περιμένουμε λίγο πριν το κάνουμε. Οταν συμφώνησε, χάρηκα.

Εδώ ίσως θα ήταν ένα καλό σημείο να σας πω πως είμαστε παντρεμένοι πέντε χρόνια τώρα, πως στα αλήθεια ήταν φοβισμένη, όπως ήμουν κι εγώ. Πως όλη αυτή η κουβέντα για τα τρία και τα απόβλητα ήταν απλώς η μάσκα μίας επιθυμίας, που τελικά η Ελένη μοιράστηκε μαζί μου. Και πως μόλις ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τους φόβους μας ανακαλύψαμε ότι, όσο σπουδαίο κι αν ήταν το σεξ, δεν ήταν τόσο σπουδαίο σαν αυτό που ανακαλύψαμε μαζί. Εδώ θα ήταν ένα καλό σημείο να σας πω πως, όσο κι αν με πόνεσε, η Ελένη με δίδαξε επίσης να αντιστέκομαι στους πιο ακραίους φόβους μου και τις πιο παράλογες παρορμήσεις μου. Καλά πράγματα συμβαίνουν στους άντρες που δεν παρασύρονται απ’ τους σκοτεινούς, κακόβουλους ψιθύρους, αυτούς που σου λένε πως, όπως εγκατέλειψες γυναίκες, έτσι μπορεί να σε εγκαταλείψουν κι εκείνες. Εδώ θα ήταν ένα καλό σημείο… αλλά η ιστορία δεν γράφτηκε ακριβώς έτσι. 

Μια Δευτέρα, μετά από δύο μήνες εξαιρετικά άγριου κι «εναλλακτικού» (αν υπάρχει τέτοιος όρος) σεξ -απ’ όσο δεν μπορούσα ούτε να φανταστώ πρωτύτερα- και πολλά ανέκδοτα για σεξ με μονόκερους έστειλα ένα μήνυμα στην Ελένη ζητώντας της να φύγουμε μαζί το Σαββατοκύριακο. Οταν δεν απάντησε, της έστειλα άλλο ένα μήνυμα το βράδυ. Η σιωπή συνεχίστηκε και, παρότι έλεγα στον εαυτό μου πως δεν συνέβαινε αυτό που υποψιαζόμουν απ’ την αρχή, της έστειλα άλλο ένα μήνυμα την Πέμπτη το πρωί. Το απόγευμα της Πέμπτης μου απάντησε πως δεν πίστευε πως το Σαββατοκύριακο θα «λειτουργούσε».

Και κάπου εκεί ήρθα σε επαφή με τον εσωτερικό Ιάγο μου και αποφάσισα πως το ανθρωπάκι που μου μιλούσε τόσο καιρό είχε δίκιο απ’ την αρχή. Της έστειλα μήνυμα πως αυτό που είχαμε -όσο σπουδαίο κι αν ήταν- δεν λειτουργούσε για μένα. Της ευχήθηκα καλή συνέχεια. Της είπα πως θα τη σκέφτομαι πάντα με στοργή, αλλά δεν μπορούσα να αντέξω όλο αυτό το «σπρώξε-τράβα» παραπάνω. Ενιωθα σαν κορίτσι στην εφηβεία, αλλά έδρασα σαν μια σωστή μητέρα, η οποία κάνει αυτά που πρεπει να κάνει σε όλα αυτά τα δράματα που περνούν τα κορίτσια μετά το σχολείο στην εφηβεία τους.

«Τα ραντεβού μας είχαν πολλή πλάκα» μου έγραψε εκείνη «και το σεξ είχε βελτιωθεί πολύ. Είναι όλη αυτή η συζήτηση για σχέση και τα ψυχολογικά που δεν λειτουργεί για μένα… Βγαίναμε. Μαθαίναμε ο ένας τον άλλο, βλέποντας αν ταιριάζουμε καλά. Δεν “κλειδώνουμε” καλά».

Από εκείνη την ανταλλαγή μηνυμάτων έφτιαξα και κάποιους δικούς μου κανόνες. Πρώτον, την επόμενη φορά που μια γυναίκα θα μου πιάσει τα «υδραυλικά» και θα αρχίσει να μου πετάει κανόνες για ανθρώπινα απόβλητα στο δεύτερο ραντεβού, θα αρχίσω να σκέφτομαι το ενδεχόμενο πως με θέλει περισσότερο για το κορμί παρά για την ψυχή μου. Δεύτερον, αν αυτή η γυναίκα προτείνει τρίο, θα κινηθώ σαφώς γρηγορότερα στο να το πετύχω. Τρίτον, παρότι δεν κρίνω σε καμία περίπτωση μια γυναίκα που προτιμά τα sex-toys από τα τηλεφωνήματα, θα αντισταθώ στον πειρασμό να την αντιμετωπίσω ως κοπέλα μου.

Είπα τους νέους κανόνες μου στα ρεμάλια. «Μεγάλη αλήθεια» είπε ο Νίκος. «Ειδικά το νούμερο δύο». Ο Μάριος ήταν ο πιο ευγενικός. «Ακούγεσαι λυπημένος» μου είπε. «Ε, λοιπόν, ναι. Γιατί πίστευα πως υπήρχε κάτι αληθινό σε όλο αυτό και μου λείπει, και σκέφτομαι να της στείλω λουλούδια και να της ζητήσω άλλο ένα…».«Δεν υπήρξε ποτέ τίποτα αληθινό» είπε ο Μάριος. «Αλλά μην αφήνεις τον εαυτό σου να σε κάνει ό,τι θέλει μία χειριστική νυμφομανής. Ολοι τα έχουμε περάσει».Εβαλε το χέρι του στον ώμο μου και σχεδόν δάκρυσα. Δεν είχα ιδέα ότι ο Μάριος είχε τόση συμπόνια μέσα του. Πάντα έδειχνε κάφρος. «Σε ευχαριστώ. Το εκτιμώ στ’ αλήθ…» «Μπορώ να σου ζητήσω κάτι, ρε φίλε;».«Φυσικά, ρε συ, Μάριε».

«Σε πειράζει να μου δώσεις το τηλέφωνό της;».

Αν σε ενδιαφέρει πώς η περιπέτεια και η αναζήτηση της έντασης επηρεάζουν την ερωτική έλξη, διάβασε και το άρθρο μας: η περιπέτεια ως αφροδισιακό.

Όταν μια σχέση τελειώνει απότομα, ο πόνος έχει και επιστημονική εξήγηση, όπως φαίνεται σε αυτό το κείμενο: η επιστήμη του χωρισμού.

Για το πώς αλλάζει η σεξουαλική συχνότητα στις μακροχρόνιες σχέσεις, υπάρχει σχετικό άρθρο με στοιχεία από έρευνες: πόσο συχνά κάνουν σεξ τα παντρεμένα ζευγάρια.

Τι μας μένει από αυτή την ιστορία

Η αφήγηση δεν αφορά μόνο το σεξ. Αφορά δύο ανθρώπους που λένε πολλά και μοιράζονται λίγα. Κι όμως, αυτό το χάσμα εξηγεί σχεδόν όλη την ιστορία.

Ο αφηγητής ακούει τους κανόνες της Ελένης και τους παίρνει για ελευθερία. Εκείνη τους χρησιμοποιεί, φαίνεται, ως ασπίδα. Στην πράξη βλέπουμε συχνά το ίδιο: η απόλυτη άνεση σε ένα επίπεδο κρύβει δυσκολία σε ένα άλλο. Εδώ υπάρχει μια παγίδα: να διαβάσεις τη συμπεριφορά του άλλου μέσα από τις δικές σου προηγούμενες εμπειρίες.

Ο ίδιος το παραδέχεται όταν λέει ότι έπρεπε να σταματήσει να προβάλλει τις δικές του αλητείες πάνω της. Ένα χρήσιμο μάθημα, ειλικρινά. Ο ρυθμός μιας σχέσης δεν είναι ίδιος για όλους, και το «πολύ νωρίς» του ενός μπορεί να είναι το «πολύ γρήγορα» του άλλου.

Τα ρεμάλια, από την άλλη, δείχνουν πώς η παρέα μετατρέπει μια σύνθετη σχέση σε ανέκδοτο. Ο αφηγητής κρύβει την τρυφερή πλευρά της Ελένης γιατί δεν «πουλάει» στους φίλους. Το τέλος, με το αστείο του Μάριου, κλείνει το κείμενο με αυτοσαρκασμό.

Σύνοψη

Μια προσωπική ιστορία για το άγριο σεξ, την τρυφερότητα και τον φόβο της δέσμευσης. Οι δύο πρωταγωνιστές κρύβονται πίσω από κανόνες και φαντασιώσεις. Το συμπέρασμα: ρωτήστε τι θέλει πραγματικά ο άλλος, μην υποθέτετε, και μιλήστε ανοιχτά πριν η σχέση γίνει παιχνίδι εντυπώσεων.

Share:

Δείτε Επίσης: